Τετάρτη, 22 Μαΐου 2019 12:52:25 AM

rss2 buttons 01
Βρισκεστε εδω: 935ζην | τεχνες & πολιτισμος | μουσικη | Μεγάλη συναυλία για τα 10 χρόνια από το θάνατο του "αντάρτη" Πάνου Τζαβέλα...

Μεγάλη συναυλία για τα 10 χρόνια από το θάνατο του "αντάρτη" Πάνου Τζαβέλα...

tzavelas .ΠΑΝΟΣΜεγάλη συναυλία για τα 10 χρόνια από το θάνατο του τραγουδιστή των "Αντάρτικων", Πάνου Τζαβέλα, θα γίνει την Τετάρτη 30 Ιανουαρίου, 10 χρόνια μετά τον θάνατό του, δώδεκα σπουδαίοι ερμηνευτές, η σύντροφος του, παλιοί και νέοι συνεργάτες του ενώνουν τις φωνές τους και μας καλούν να τραγουδήσουμε γι' αυτόν στη μουσική σκηνή "Σφίγγα", που θα γεμίσει από φωνές

Ο Πάνος είναι γέννημα - θρέμμα μιας γενιάς προσφοράς, μιας γενιάς στερήσεων και αγώνα για τη λευτεριά. Άντεξε μέχρι το τέλος της ζωής του αδιαμαρτύρητα, έχοντας βάλσαμο της ψυχής του την ποίηση και το τραγούδι. Είχε πατέρα καλό μηχανικό από τη Βέροια. Στην Κοζάνη γνώρισε την Κατερίνα, τη γυναίκα του.

«....Είσαι κι Εβραίος, είσαι και τρελός!» μου φώναζε και γέλαγε με την ψυχή του αγκαλιάζοντάς με, κάθε φορά που εγώ πάταγα πόδι κι επέμενα να παίξει στην κεντρική σκηνή. Έτσι, τιμητικά, για το γαμώτο! Είχε βέβαια προηγηθεί το συμβάν με το ψάρεμα της πατερίτσας, όταν με μια βάρκα τον πήγαιναν τα παιδιά του «Ρήγα» στην πλωτή σκηνή, στο «λιμανάκι» του περιβάλλοντα χώρου του ΣΕΦ στο Φάληρο, στη διάρκεια ενός από τα μεγάλα Φεστιβάλ "Αυγής" - "Θούριου".

Το «ανταρτορόκ» και ο Πάνος Τζαβέλλας

...Το είχε ρίξει κι αυτό στο σορολόπ, αλλά βαθιά μέσα μου ήξερα πόσο τον πόναγε να τραγουδάει σε μικρές, περιθωριακές και συχνά σκοτεινές σκηνές, μακριά από το μεγάλο κοινό που τόσο τον αγάπησε, όταν το πολιτικοποιημένο κλίμα του μεταχουντικού «ανταρτορόκ» βρισκόταν πια σε ύφεση κι αυτός, ο μαχητής, ο προεξάρχων του αντάρτικου τραγουδιού, συνέχισε να δηλώνει αγόγγυστα το παρών στον αγώνα με τα δικά του μέσα, σε κάθε ευκαιρία.

Zωή σαν μυθιστόρημα...

Ο Πάνος είναι γέννημα - θρέμμα μιας γενιάς προσφοράς, μιας γενιάς στερήσεων και αγώνα για τη λευτεριά. Άντεξε μέχρι το τέλος της ζωής του αδιαμαρτύρητα, έχοντας βάλσαμο της ψυχής του την ποίηση και το τραγούδι. Είχε πατέρα καλό μηχανικό από τη Βέροια. Στην Κοζάνη γνώρισε την Κατερίνα, τη γυναίκα του. Ο Πάνος γεννήθηκε στις 27 Δεκεμβρίου του 1925 εκεί, τέλειωσε το δημοτικό και το γυμνάσιο εκεί και έμαθε, αυτοδίδακτος, κιθάρα. Τα πρώτα του ακούσματα δεν ήταν κάποια τρυφερά παιδικά τραγούδια αλλά η βουή των όπλων από τις εκτελέσεις των ανταρτών, στο νεκροταφείο δίπλα στο σπίτι. Μαθητής οργανώνεται στους παράνομους μηχανισμούς της Αριστεράς. Στα 15 του δηλώνει εθελοντής «δεύτερης γραμμής» και φτάνει μέχρι την Κορυτσά. Μετά την κατάληψή της από τον ελληνικό στρατό επιστρέφει στην Κοζάνη και οργανώνεται στο αντάρτικο, στην ΕΠΟΝ.

Το 1945 καταδικάζεται και μεταφέρεται στις φυλακές της Κοζάνης, όπου τον ντύνουν φαντάρο. Βγαίνει στο βουνό, εντάσσεται στον ΕΛΑΣ και τον Δημοκρατικό Στρατό. Το 1947 πέφτει σε ενέδρα και τραυματίζεται από μια σφαίρα στο πόδι. Σέρνεται εκατοντάδες μέτρα μακριά, πέφτει πάνω σ' έναν χωροφύλακα που του κολλάει το πιστόλι στο κεφάλι. Ο λοχαγός δεν τον αφήνει: «Εμείς δεν είμαστε δολοφόνοι, θα τον παραδώσουμε». Τον πάνε στο νοσοκομείο και χωρίς καν να τον ρωτήσουν του κόβουν το πόδι, έτσι, χωρίς λόγο σοβαρό, σαν σφαχτάρι. Όταν ξύπνησε είχε το πιστόλι ενός ασφαλίτη στον κρόταφό του επάνω. Μόλις συνήλθε τον βάζουν σ' ένα ξύλινο φορείο, τον περιφέρουν στην πλατεία της Κοζάνης και τον φτύνουν. Τον καταδικάζουν δις εις θάνατον σε μια δίκη-παρωδία.

Ο Πάνος ποτέ δεν δέχτηκε να αποκηρύξει το ΚΚΕ. Ζει την αγωνία του θανάτου, η εκτέλεσή του αναβάλλεται. Σε μια νύχτα μέσα ασπρίζουν τα ατίθασα μαλλιά του. Τον Δεκέμβριο του '49 τον μεταφέρουν στις φυλακές της Κεφαλλονιάς, μετά στις φυλακές όλης της Ελλάδας. Κέρκυρα, Ζάκυνθος, Λευκάδα, Χαλκίδα, σε κελιά μικρά σαν ποντικότρυπες, σαν αυτά όπου μαρτύρησαν όσοι πάλεψαν για τη μεγάλη ιδέα. Ακόμα κι εκεί μέσα έπαιζε κιθάρα κι ας βόγκαγε από την ενδοαρτηρίτιδα που τον είχε χτυπήσει. Από τις πολλές κακουχίες, έκλειναν οι αρτηρίες του, κινδύνευε.

....Το αγαπούσε αυτό το όργανο. Πελεκάει ένα ξύλο, χαράζει τα διαστήματα, φτιάχνει από την καραβάνα του τα τάστα και πάνω εκεί τέντωσε τα έξι σύρματα, τις χορδές. Μελετάει κι εξασκείται συστηματικά. Κι όταν πια στη φυλακή μαθαίνει πάνω σε χαρτιά από τσιγάρα να γράφει σωστά, στίχους έγραφε για τα μελλοντικά τραγούδια του.

...Το 1958 αρρωσταίνει βαριά, πονάει πολύ, είναι ανήμπορος να περπατήσει. Σέρνεται, μοιάζει ετοιμοθάνατος. Για να γλιτώσουν απ' τον μπελά, μην τους πεθάνει μες στα χέρια τους, οι ανθρωποφύλακες τον πετάνε σαν σκυλί έξω από το νοσοκομείο των κρατουμένων, πάνω σε ένα φορείο. Τον βλέπουν από απέναντι οι συντρόφισσες των φυλακών Αβέρωφ, βάζουν τις φωνές, τον σώζουνε. Το κόμμα τον φιλοξενεί στον «Άτλαντα», ιδιοκτησία ενός συντρόφου στη Σοφοκλέους, που αργότερα έγινε ξενοδοχείο του έρωτα, αντί να γίνει μνημείο. Μετά ο Πάνος, με μόνη ιδιοκτησία την κιθάρα του, έζησε σε μια σπηλιά στα Τουρκοβούνια. Του έφερναν ένα ξεροκόμματο, ένα πιάτο φαΐ. «Ήμουν λεύτερος γιατί είχα ήλιο και φως» έλεγε στη σύντροφό του, τη Νατάσα, χρόνια μετά.

...Η Σοβιετική Ένωση και ο Σοστακόβιτς...

...Το 1961 εγκρίνεται η αίτησή του, φτάνει στη Σοβιετική Ένωση. Εκεί έστελνε το ΚΚΕ τους τραυματίες κι άρρωστους βαριά για θεραπεία. Μόσχα, Ροστόβ, γιατροί, νοσοκομεία, εγχειρήσεις. Νοσηλεύεται για τρία χρόνια -στον ίδιο θάλαμο με τον γιο του πρόεδρου Αλεξέι Κοσίγκιν- η κατάστασή του βελτιώνεται, το άλλο του πόδι που κινδύνευε από την αρρώστια σώνεται, ενώ του δίνεται η ευκαιρία να σπουδάσει μουσική. Τραγουδούσε και έπαιζε κιθάρα στους διαδρόμους του νοσοκομείου. Στην ομήγυρη των ακροατών, μια μέρα, προστέθηκε ένας περαστικός που ήθελε να τον γνωρίσει, ένας διάσημος «συνάδελφός» του. Ο Πάνος τον αναγνώρισε: Ήταν ο Dmitri Shostakovich! Μίλησαν, τα είπανε και συνέχισαν να αλληλογραφούν τα επόμενα χρόνια.

.....Από την καταστροφική πυρκαγιά του 2008 στο δώμα, ένα δώμα 35 τετραγωνικά πάνω στη θάλασσα, στην Πειραϊκή, εκεί που κολυμπούσε, χειμώνα - καλοκαίρι, κάηκαν τα πάντα: όργανα, βιβλία, παρτιτούρες, φωτογραφίες, ρούχα, αλλά και η πολύτιμη αλληλογραφία του με τον μεγάλο Ρώσο συνθέτη, που τη φύλαγε «ως κόρην οφθαλμού». Ήταν 84 ετών, μόνος κι ανήμπορος την ώρα της φωτιάς, ταλαιπωρημένος από τις εγχειρήσεις, κατάφερε και σύρθηκε μέχρι την ταράτσα. Τον ψάχνανε το πρωί, δεν τον βρίσκανε. Σπάσανε την πόρτα της ταράτσας και τον βρήκαν αγκαλιά με την κιθάρα του. Μέχρι το τέλος της ζωής του απ' τον καρκίνο στο στομάχι, λίγους μήνες μετά, έβλεπε πως τον κυνηγούσαν οι φλόγες. «Πέρασε μέσα από τις φλόγες και στα νιάτα του αλλά και στα γεράματά του, αγκαλιά με μια κιθάρα» μου λέει η Νατάσα.

....Ο Πάνος είχε μάθει καλά τα ρώσικα, μελετώντας μόνος του μέσα στη φυλακή. Στη Μόσχα τα τελειοποιεί και, αργότερα, για να ζήσει, κάνει μεταφράσεις για βιβλία. Οι Ρώσοι φίλοι αγαπούν πολύ τον ίδιο και την Ελλάδα, ένας τού φιλάει τα πόδια: «τα πόδια αυτά πάτησαν την Ακρόπολη!» κι ας μην είχε ανέβει ποτέ ο ίδιος εκεί. Τα φτιάχνει με μια χορεύτρια, ο πατέρας της τον καλοβλέπει για γαμπρό. Θέλει να γυρίσει, βρίσκει σπίτι στην Αθήνα. Ο Πάνος δεν διστάζει, επιστρέφει αμέσως από τη Σοβιετική Ένωση: «Ήθελα να πάω σπίτι μου, στην πατρίδα όπου έδωσα το αίμα της ψυχής μου».

...Ζει σ' ένα υπόγειο στην Κυψέλη, βγάζει το μεροκάματο τραγουδώντας για ένα πιάτο φαΐ στις ταβέρνες και στα καπηλειά τα παλιά ρεμπέτικα που τόσο αγαπούσε και συστηματικά μελετούσε. Ζει κι αυτός στην εποχή του Μίκη και του Μάνου, όταν το τραγούδι τους, γνήσια λαϊκό, συνέπαιρνε καρδιές και συνειδήσεις. Λίγο αργότερα φτάνει το Νέο Κύμα. «Στο καφενείο των μουσικών, στην Ομόνοια, γνωρίζει τον Αντώνη Γιατράκο κι αρχίζει να τραγουδάει στα 'Παγωνάκια', με 20 δραχμές μεροκάματο. Συνεχίζει να δουλεύει σε καμπαρέ, ταβέρνες, σκυλάδικα, σε κάθε είδους μαγαζιά. Γνωρίζεται με τους συνθέτες του Νέου Κύματος και συνεργάζεται με τον Μάνο Λοΐζο και τον Χρήστο Λεοντή. Ανεβαίνει στην Πλάκα όταν εκεί χτυπούσε η καρδιά της καλλιτεχνικής Αθήνας, κρυφό σχολειό για τους νέους καλλιτέχνες: 'Εννέα Μούσες', 'Κατακόμβη', 'Εσπερίδες'...».

....Στις φυλακές της χούντας...

...Απρίλης του 1967. Μέρες μαύρες για την πατρίδα. Και πάλι κυνηγητά, συλλήψεις, καταδίκες. Το 1968, ξανά στις φυλακές Αβέρωφ και ύστερα στον Κορυδαλλό. Στην Ασφάλεια τον λιανίζουν, κανείς δεν νοιάζεται για το άρρωστο κορμί του. Στη φυλακή ζητάει την άδεια για μια κιθάρα. Του την αρνούνται. Επιμένει. Το πετυχαίνει, με την προϋπόθεση να παίζει στα πλυσταριά. Μέσα σε αυτά τα ανήλιαγα πλυσταριά μελετάει τους ρεμπέτικους δρόμους, το δημοτικό τραγούδι, τη βυζαντινή μουσική. Ανακαλύπτει νέα μονοπάτια, καταγράφει τα τραγούδια της Εθνικής Αντίστασης και τα μαθαίνει, στη χορωδία της φυλακής, στους νέους συντρόφους που διψούν για γνώση.

....Το 1971 τον βρίσκει καταδικασμένο σε 20 χρόνια φυλακή. Αποφυλακίζεται λόγω «ανηκέστου βλάβης». Γνωρίζει τη μικροκαμωμένη γλυκιά Νατάσα του, από τον νέο τότε συγκρατούμενό του Κώστα Μανταίο. «Τον Πάνο τον θαύμαζα, ήταν ένας άνθρωπος αγνός. Πάντα με έλκυαν οι μεγαλύτεροι άντρες, οι άνθρωποι με μια ιστορία». Το πρώτο τους φτωχικό σπιτικό, μια καρέκλα κι ένα κρεβάτι, είναι ένα πλυσταριό στην οδό Τρυγόνος, στην Άνω Κυψέλη. Η Νατάσα που δούλευε στον φούρνο του μπαμπά της του φέρνει κάθε μέρα ψωμί και παξιμάδια, αφήνει την ΑΣΟΕΕ και βγαίνει μαζί του στο πάλκο, στο σανίδι. Άλλο που δεν ήθελε! Το 1973 δίνουν στο θέατρο Μινώα μια μεγάλη συναυλία με τραγούδια που ο Πάνος έχει γράψει στη φυλακή. Κόσμος πολύς εκεί. Οι μισοί ασφαλίτες. Δέκα μέρες μετά, ο αρχιβασανιστής ο Μπάμπαλης -αυτός που έφαγε η 17 Νοέμβρη- την καλεί στην Ασφάλεια. Δεν είχε ιδέα τι είχε να αντιμετωπίσει. «Εσύ, μικρό κορίτσι, πώς πήγες κι έμπλεξες με αυτόν τον κομμουνιστοσυμμορίτη;» της φωνάζει στα μούτρα. «Αφού τα ξέρατε, τι με καλέσατε;» του απαντάει με το θράσος και την αφέλεια της νιότης της. Την αφήνουν να φύγει. Τότε μόνο κατάλαβε πού βρέθηκε και τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν. Πήγε να λιποθυμήσει.

....Δυο μήνες πριν το Πολυτεχνείο -τις μέρες της νόθας «φιλελευθεροποίησης» του καθεστώτος Παπαδόπουλου, με τον Μαρκεζίνη πρωθυπουργό- ξεκίνησαν να παίζουν στην μπουάτ «5η Εποχή», ψηλά στην Πλάκα, με τον Γιάννη Ζουγανέλη και τον Νικόλα Άσιμο, τραγουδώντας αντάρτικα και τραγούδια σε στίχους του Χιώτη αγωνιστή ποιητή Φώτη Αγγουλέ.

....Οι σύντροφοι της «άλλης όχθης», όπως τους έλεγε ο Λεωνίδας, τον αποδιώχνουν, τον αποκλείουν. Ο Πάνος, μετά τη διάσπαση, έχει επιλέξει συνειδητά την ανανεωτική Αριστερά, εντάσσεται στο ΚΚΕ Εσωτερικού παρά το ότι πάντα επιθυμούσε ένα νέο ΕΑΜ, μια ενωμένη Αριστερά. Δεν του το συγχώρεσαν ποτέ. Στην κηδεία του δεν έστειλαν ούτε ένα λουλούδι κι ακόμα δεν τον έχουν αποκαταστήσει, λέει με παράπονο η Νατάσα.

...Το "Αντάρτικο Λημέρι"

...Το 1974, ελεύθεροι πια, ο Πάνος στήνει στη Μνησικλέους το "Αντάρτικο Λημέρι" με τον Ηλία Λογοθέτη και τον Νίκο Οικονόμου στο σχήμα. Τώρα το τραγούδι του γίνεται αγώνας, ξυπνάει συνειδήσεις, τονώνει το ηθικό του κόσμου, δίνει ελπίδα, δίνει φως. Κι ας λογόκρινε ακόμα τους στίχους η χουντική λογοκρισία. Τραγουδάμε όλοι μαζί τους -φαντάρος ήμουνα τότε- τον «Κυρ-Παντελή», το «Ξυπνήστε», τραγούδια της Αντίστασης και της Λευτεριάς.

....Λίγο αργότερα, στη «Λήδρα», μαζί με τον Γιώργη Μεράντζα, τους μακαρίτες φίλους Νικόλα Μητσοβολέα και Γιώργο Ζωγράφο, τον Νίκο Λώλη, τον ρεμπέτη Μουφλουζέλη και στην ορχήστρα το βιολί του γερο-Μαντζόπουλου, τον Μάνο Αβαράκη στη φυσαρμόνικα, τον κιθαρίστα Θεολόγο Στρατηγό και τον Γιάννη "Μπαχ" Σπυρόπουλο από τη "Λαιστρυγόνα" του Σαββόπουλου στο πιάνο, ο Πάνος παντρεύει το ρεμπέτικο με το αντάρτικο. Ο κόσμος, χωρίς κομματικές διακρίσεις, γεμίζει ασφυκτικά τον χώρο. Έρχεται να μάθει, να τραγουδήσει, να χαρεί, να κλάψει, να χορέψει με τα τραγούδια της Αντίστασης. Κάθε μέρα δύο και τρεις παραστάσεις, χαμός!

....Στην μπουάτ «Λήδρα» ώς το '80, τα καλοκαίρια στα Φεστιβάλ των Νεολαιών σε όλη την Ελλάδα, στη Γερμανία, στη Σουηδία. Και δίσκοι! Ο πρώτος, «ζωντανός», ηχογραφήθηκε στη "Λήδρα", με τον «Κυρ-Παντελή» να ξεσηκώνει! Το «Αντάρτικο Λημέρι» υπάρχει ακόμα σε όλα τα σπίτια των νέων της γενιάς μου. Ακολούθησαν 9 ακόμα στο όνομά του, σε στίχους του Πάνου, του Φώτη Αγγουλέ, ένα σαρανταπεντάρι με τον Νταλάρα με μάλλον μικρή επιτυχία, οι «Θρήνοι και Αναστάσιμα» με τη λαϊκή φωνή της Καίτης Γκρέυ που τόσο αγαπούσε, η λαϊκή Όπερα «Η Μαμά η Ελληνίς» σε στίχους Μποστ ...

....Ο Πάνος Τζαβέλλας δεν έζησε νέος τη ζωή όπως την ήθελε. Οι φυλακές τού στέρησαν τη χαρά ενός ταξιδιού. Τα έκανε όμως όλα αργά, μαζί με τη Νατάσα του, διψασμένος να δει τον κόσμο, σαν ένα παιδί που βρίσκει πάλι τα παιδικά παιχνίδια που δεν τα είχε χαρεί ποτέ. Κίνα, Ινδία, Νεπάλ, Θιβέτ, Ταϋλάνδη, Αίγυπτος, Μαρόκο, Ανδαλουσία, Παρίσι. Δεν πρόλαβαν να πάνε στην Κούβα μαζί κι ας το 'θελαν τόσο πολύ!

...Του Πάνου του άρεσε να κοιμάται στην ταράτσα. «Δεν θέλω άλλη φυλακή» έλεγε στη Νατάσα. Έγραφε τα τραγούδια του σε παρτιτούρες, τα ενορχήστρωνε ο ίδιος και διάβαζε: αρχαίους, Ιστορία, πολιτική, λογοτεχνία. Συλλαλητήρια, πορείες, διαδηλώσεις, μεγάλες λαϊκές συναυλίες, δεν το 'βαζε κάτω με τίποτα κι ας ήταν πια 70 ή 80 χρόνων. Περπατούσε πολύ κι ας πόναγε, με τις πατερίτσες του να συγκρατούν την ορμή του. Του άρεσαν οι νεανικές παρέες, οι κουβέντες με τα νέα παιδιά που έψαχναν να καταλάβουν, μεσ' από την εμπειρία του, τη ζωή. Εκεί όπου τραγουδούσε έφταναν συχνά οι μεγάλοι της τέχνης και της πολιτικής σαν τον Μίκη, τον Ρίτσο, τον Λουντέμη, τον Γλέζο.

....Το 1987 η Νατάσα κι ο Πάνος παντρεύτηκαν. Στον πολιτικό γάμο τους έπαιξε φυσαρμόνικα ο κουμπάρος τους, o Λεωνίδας Κύρκος. Σαν σήμερα, μεσημέρι της 27ης του Ιανουαρίου ήταν, ακριβώς πριν δέκα χρόνια, ο Πάνος Τζαβέλλας μας άφησε μόνους. Τον συνόδευσε στο τάφο του το κλαρίνο του Φιλιππίδη με τα «Παιδιά της Σαμαρίνας». Το αγαπούσε αυτό το τραγούδι ο Πάνος. Σήμερα, αν πάτε στο Σχιστό, θα δείτε τον οικογενειακό τάφο του με ένα γλυπτό με μια ελιά και μια επιτύμβια στήλη με ένα ποίημα του....

"...Θέλω πίσω

τις καταδίκες μου σε θάνατο

την αγωνία μου πριν κάθε αυγή

ν' αφουγκράζομαι

τα βήματα της φρίκης στο σκοτάδι

μπροστά στον Άδη

ποιον θα πάρει;.."

(Ιλάν Σολομών)

Σχόλια:

Powered by Web Agency