Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2018 02:26:04 AM

rss2 buttons 01
Βρισκεστε εδω: λακωνια | Πολιτισμος | Μονοδένδρι - μαρτυρία: «Έζησα τον εφιάλτη της εκτέλεσης».

Μονοδένδρι - μαρτυρία: «Έζησα τον εφιάλτη της εκτέλεσης».

kyriakatiki-monodendriΝοέμβρης του 1943, Σπάρτη. Σε μια αποθήκη, στο κέντρο της πόλης, μια παρέα μεροκαματιάρηδων μόλις έχει ξεφορτώσει ένα φορτηγό σύκα από το Γύθειο. Ο οδηγός τούς πηγαίνει σ' ένα μαγαζί που φτιάχνει, δυσεύρετο για εκείνη την εποχή, καφέ. Οι περισσότεροι ενθουσιάζονται. Εκτός από έναν 13χρονο πιτσιρίκο...

Παρ' όλ' αυτά κατεβαίνει πρώτος από το φορτηγό. Περνάει απέναντι τον δρόμο και πέφτει πάνω σε ένα γερμανό στρατιώτη που συνοδευόταν από έναν έλληνα διερμηνέα. Χωρίς να το πολυκαταλάβει, τον αρπάζουν και τον ρίχνουν σε ένα στενόμακρο φορτηγό στο οποίο ήταν άλλοι 15-20 Έλληνες. Νομίζει ότι τους μαζεύουν για καμιά αγγαρεία.

Δεν υποψιάζεται το μέγεθος της ναζιστικής θηριωδίας που θα βιώσει. Αν κι έχουν περάσει σχεδόν 61 χρόνια από τότε, ο Μιχάλης Τσιγκάκος θυμάται σχεδόν με κάθε λεπτομέρεια τις εκτελέσεις που έκαναν οι Γερμανοί στο Μονοδένδρι Λακωνίας στις 26 Νοεμβρίου του 1943, με τις οποίες αφαίρεσαν την ζωή 118 αθώων ανθρώπων.

«Δεν πρόλαβα»

Ηταν ο μικρότερος από τους συλληφθέντες που στήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ανάμεσά τους, ευυπόληπτοι πολίτες της Λακωνίας, σχεδόν ολόκληρες οικογένειες, τους οποίους οι κατακτητές -με την αγαστή συνεργασία των Ταγμάτων Ασφαλείας- έπιασαν ομήρους προκειμένου να εκβιάσουν την Αντίσταση και να τρομοκρατήσουν τους κατοίκους.

«Κατάγομαι από τη Νύφη Λακωνίας. Η μητέρα μου, δασκάλα και επιθεωρήτρια σχολείων, είχε πεθάνει. Ο πατέρας ήταν καπετάνιος επιταγμένος από τους Γερμανούς σε ένα καράβι που μετέφερε καύσιμα από τα Πλύτρα στην Κρήτη. Ετσι, μαζί με τον αδελφό μου περιφερόμασταν από τον ένα συγγενή στον άλλο», διηγείται ο κυρ-Μιχάλης.

Στα κάθε είδους μεροκάματα που έκαναν, πολλές φορές η αμοιβή ήταν σε είδος: «Την ημέρα που με συνέλαβαν θα έπαιρνα 15 οκάδες σύκα. Δεν πρόλαβα όμως. Οι άλλοι που ήταν μαζί μου είδαν το περιστατικό. Παράτησαν το φορτηγό και την κοπάνησαν τρέχοντας».

Τους πήγαν σε ένα χώρο όπου βρίσκονταν δεκάδες κρατούμενοι. «Ορισμένοι ψιθύριζαν ότι μας έπιασαν για αντίποινα. Κάποιους είχαν σκοτώσει οι αντάρτες. Το απόγευμα έξω από το κτίριο είχαν μαζευτεί γυναίκες που, κλαίγοντας, ζητούσαν να δούν τους ανθρώπους τους. Ομως οι γερμανοί δεν επέτρεψαν την παραμικρή επαφή».

Ανάμεσα στους συλληφθέντες ο γιατρός Καρβούνης, γνωστός στη Λακωνία, αφού χειρουργούσε πολλές δύσκολες παθήσεις. Ολοι είχαν πέσει πάνω του να τους σώσει.

«Αν είναι να τη γλιτώσω μόνο εγώ, τότε θα πάω πρώτος» τους απαντούσε. Το εννοούσε. Θα μπορούσε να είχε φύγει παραπάνω από μία φορά. Οι Γερμανοί ήξεραν καλά πόσο αγαπητός ήταν στους κατοίκους. Την επόμενη μέρα το πρωί μάς έβαλαν σε ένα φορτηγό για το Μονοδένδρι. Εκεί που μας κατέβασαν υπήρχαν δεκάδες γερμανοί στρατιώτες. Σε κάτι λάκκους διέκρινα πεθαμένους. «Ωχ», κάνει ένας. «Μας έφεραν για εκτέλεση»...

Τους βάζουν στη σειρά και αρχίζουν να πιέζουν έντονα τον Καρβούνη να φύγει: «Αυτός αρνιόταν. "Εδώ στη Σπάρτη ο αρχαίος νόμος λέει, ή όλοι ή κανένας" απαντά. Κάποιος προσπαθεί να τον τραβήξει με το ζόρι. Του ρίχνει μια κλοτσιά. "Γουρούνι!" του λέει ο γιατρός στα γερμανικά, καθώς σηκώνεται. Ο ναζί αφηνίασε. Του πιάνει το χέρι και του το γυρίζει ώσπου του το έσπασε. Συνέχισαν να τον πιέζουν να φύγει. Αρνήθηκε πεισματικά, παρά τους πόνους που είχε».

Γύρω στους 35-40 στρατιώτες παρατάσσονται απέναντι από τους συλληφθέντες. «Είχε μουντό συννεφιασμένο καιρό. Οι περισσότεροι κατάλαβαν τι τους περίμενε». Ενας στρατιώτης άρχισε να μοιράζει μαύρες κορδέλες. «Νιξ!» του κάνει ο 13χρονος Μιχάλης με το περίσσιο θράσος της ηλικίας του αλλά και συγκινημένος από τη στάση του γιατρού.

«Ο Καρβούνης ζήτησε ως τελευταία επιθυμία να μας επιτρέψουν να τραγουδήσουμε τον εθνικό ύμνο και το "Έχε γεια καημένε κόσμε". Όπως και έγινε. Ορισμένοι άρχισαν να κλαίνε.

»Τότε ένας που ήταν δεξιά μου, μου λέει, "Καλά εμείς, αλλά κι εσένα ρε Μιχαλάκη;".

»Δεν προλαβαίνει να ολοκληρώσει και ακούγεται το πρόσταγμα "Φάιαρ". Όπως γύρισα να τον κοιτάξω ένιωσα ένα τσούξιμο στο μέτωπό μου, σαν κάψιμο από τσιγάρο, κι έπεσα χάμω. Πάνω στην ωμοπλάτη μου έπεσε ένας υψηλόσωμος. Το πρόσωπό μου γέμισε με χυμένα μυαλά και αίματα. Έμεινα ακίνητος, παγωμένος...»

Άρχισαν να πυροβολούν όσους βόγκαγαν από τους πόνους, ώσπου επικράτησε απόλυτη σιωπή: «Έμεινα ακίνητος, μπορεί και μια ώρα. Μόλις έφυγαν τα αυτοκίνητα, περίμενα λίγο και έκανα να φύγω. Σηκώθηκα και αντίκρισα την πιο εφιαλτική εικόνα της ζωής μου. Όλοι κείτονταν νεκροί», περιγράφει.

«Η κυρα-Παναγιώτα»

Έφυγε γεμάτος φόβο προς το πουθενά. Περπάτησε μισό χιλιόμετρο περίπου και έφτασε σε ένα μαντρί. Μόλις τον βλέπει ο βοσκός που ήταν εκεί νόμισε ότι είδε φάντασμα και πήγε να του επιτεθεί. Τον πρόλαβε η γυναίκα του. "Τι έπαθες παιδάκι μου;" με ρωτάει αλαφιασμένη». Τους εξήγησε και τον πήραν στο σπίτι.

«Η κυρα-Παναγιώτα μού έδεσε και μου φρόντισε τις πληγές και μου έδωσε καθαρά ρούχα. Την επόμενη ημέρα έφερε γιατρό. Επειδή φοβόντουσαν μην το μάθουν οι Γερμανοί, με είχε δασκαλέψει να του πω ότι ήμουνα με τα γίδια, έπεσα από ένα βράχο και τραυματίστηκα στο μέτωπο. Αυτός, αν και κατάλαβε δεν είπε τίποτα σε άλλους».

Με τους βοσκούς έμεινε περίπου οκτώ μήνες. Λίγο καιρό μετά πήγε στο Γύθειο και ξανασυνάντησε τον πατέρα του και τον αδελφό του, οι οποίοι τον είχανε για πεθαμένο. Στην πορεία των χρόνων έγινε οικοδόμος, ναυτικός και είδε τα δύο του παιδιά του να μεγαλώνουν και να προκόβουν.

Όλα αυτά τα χρόνια δεν πηγαίνει στην τελετή που γίνεται κάθε χρόνο στο Μονοδένδρι: «Όποτε περνάω από εκεί ανατριχιάζω. Νιώθω μια παγωμάρα. Ήταν ένα αισχρό έγκλημα που δεν θα τους το συγχωρήσω ποτέ...»

Σχόλια:

Powered by Web Agency